Full Metal… Boots
Photo credits
Από τα εργοστάσια και τις συναυλίες μέχρι τις ιστορίες που κουβαλάς μια ζωή
Υπήρχε μια εποχή που μπορούσες να καταλάβεις έναν μεταλλά από τον ήχο πριν καν τον δεις. Ένα βαρύ κλακ στο πεζοδρόμιο, το μεταλλικό χτύπημα μιας steel toe αρβύλας στο σκαλοπάτι. Μαύρο στενό τζιν, μπλούζα μπάντας και μπότες που έμοιαζαν έτοιμες για συναυλία, για mosh pit ή για πόλεμο!
Ήταν μέρος της ταυτότητας, της σκηνής και για μερικούς από εμάς, κάτι πολύ πιο προσωπικό.
Οι steel toe boots δεν ξεκίνησαν φυσικά ως κομμάτι της μουσικής κουλτούρας. Δημιουργήθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα για έναν πολύ πρακτικό λόγο: την προστασία των εργατών. Στα εργοστάσια και στα ορυχεία, τα ατυχήματα με βαριά αντικείμενα ήταν συχνό φαινόμενο και η μεταλλική μύτη της μπότας σχεδιάστηκε για να προστατεύει.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τέτοιες μπότες έγιναν στάνταρ εξοπλισμός στη βαριά βιομηχανία. Αλλά κάπου στη διαδρομή, από τα εργοστάσια βρέθηκαν στους δρόμους. Τη δεκαετία του ‘60 και του ‘70 τις υιοθέτησαν πρώτα οι skinheads και αργότερα η punk σκηνή. Ήταν σκληρές, ανθεκτικές και είχαν μια ωμή αισθητική που ταίριαζε απόλυτα με την κουλτούρα της αντίδρασης.
Στα ‘80s και τα ‘90s η «στολή» του μεταλλά ήταν σχεδόν συγκεκριμένο: στενό μαύρο τζιν, μπλούζα μπάντας και αρβύλες. Μάρκες όπως οι Dr. Martens, οι Grinders και ιδιαίτερα οι Getta Grip είχαν γίνει σχεδόν συνώνυμες με τη μέταλ κουλτούρα.
Για πολλούς από εμάς, οι αρβύλες δεν ήταν απλώς παπούτσια. Ήταν μέρος της ταυτότητάς μας.
Η μητέρα μου λέει συχνά ότι γεννήθηκα φορώντας αρβύλες. Δεν είχε και πολύ άδικο. Από τα 16 μου μέχρι περίπου τα 30 μου φορούσα σχεδόν αποκλειστικά αρβύλες. Ήταν το στάνταρ της καθημερινότητάς μου. Συνεχίζουν να είναι, αφού έχω 4 ζευγάρια και τις περπατάω ακόμα περήφανα.
Και εδώ θα σας πω μια ιστορία, που οι αρβύλες μου με έσωσαν από πιθανώς άσχημα παρατράγουδα.
Κάποια στιγμή, όταν ήμουν 19, πήγα στην Αγγλία για σπουδές. Έμενα στο Luton, σε εστία στο κέντρο της πόλης. Μόλις είχα φτάσει εκείνη την περίοδο, ίσως μία εβδομάδα. Μια φίλη από την Ελλάδα, που είχε περάσει στο ίδιο πανεπιστήμιο, αλλά έμενε λίγο πιο έξω από το κέντρο, μου πρότεινε μια μέρα να πάω από το σπίτι της.
Πήγα με λεωφορείο χωρίς πρόβλημα. Το θέμα ήταν η επιστροφή.
Ήταν γύρω στις έξι το απόγευμα, αλλά στην Αγγλία τον Σεπτέμβριο εκείνη την ώρα είναι ήδη νύχτα. Περίμενα στη στάση για λεωφορείο περίπου είκοσι λεπτά, αλλά δεν ερχόταν τίποτα. Έτσι αποφάσισα να το κόψω με τα πόδια προς το κέντρο, στην κατεύθυνση που νόμιζα ότι θυμόμουν.
Τα κινητά τότε δεν είχαν GPS. Ούτε χάρτες. Ούτε τίποτα.
Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος. Δεν περνούσε ψυχή. Σκέφτηκα ότι αν έβλεπα κάποιον θα τον ρωτούσα αν πηγαίνω σωστά προς το κέντρο. Λίγο αργότερα άκουσα βήματα πίσω μου και είδα μια σκιά να πλησιάζει. Ήταν ένας άντρας που δεν μιλούσε πολύ καλά αγγλικά. Τον ρώτησα προς τα που πέφτει το κέντρο και μου είπε ότι κι εκείνος προς τα εκεί πήγαινε, οπότε μου είπε να τον ακολουθήσω.
Τον άφησα να περπατάει λίγο πιο μπροστά από εμένα.
Λίγο πριν το κέντρο υπήρχε μια υπόγεια διάβαση. Δεν την είχα ξαναπεράσει. Καθώς μπαίναμε στη διάβαση, εκείνος επιβράδυνε, ήρθε δίπλα μου, έβαλε το χέρι του γύρω από τους ώμους μου και με έπιασε δυνατά.
Το ένστικτο επιβίωσης λειτούργησε πιο γρήγορα από τη σκέψη.
Του πέταξα το χέρι από πάνω μου, γύρισα προς το μέρος του και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου τον κλώτσησα με τις steel toe αρβύλες που φορούσα… κατευθείαν στα αχαμνά. Τον είδα να σωριάζεται κάτω από τον πόνο. Έτρεξα σαν τον άνεμο.
Από τότε, όταν έβγαινα έξω βράδυ στην Αγγλία -και για να είμαι ειλικρινής, ακόμη και σήμερα -συχνά φοράω αρβύλες.
Αλλά οι αρβύλες μου έχουν και μια πιο… ρομαντική ιστορία.
Όταν ήρθε η ώρα να παντρευτώ, δεν υπήρχε περίπτωση να φορέσω κάτι άλλο. Έτσι παρήγγειλα ένα ζευγάρι custom made άσπρες steel toe αρβύλες από την Τσεχία ειδικά για τον γάμο μου.
Ο γάμος δεν κράτησε. Οι αρβύλες όμως έμειναν. Σήμερα έχουν αλλάξει χρώμα. Τις έβαψα μπορντώ και τις έχω φορέσει όσο λίγα παπούτσια στη ζωή μου. Με τον καιρό σταμάτησαν να μου θυμίζουν έναν αποτυχημένο γάμο. Μου θυμίζουν κάτι πολύ πιο σημαντικό: ότι η ζωή συνεχίζεται.
Σήμερα, αν κοιτάξει κανείς τις συναυλίες metal, θα δει ότι πολλά έχουν αλλάξει. Τα στενά μαύρα τζιν παραμένουν σχεδόν παντού, αλλά οι αρβύλες έχουν σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από sneakers. Πιο ελαφριά, πιο πρακτικά, πιο καθημερινά.
Ίσως όμως να λείπει κάτι. Εκείνος ο ήχος στο πεζοδρόμιο. Το βάρος στο βήμα. Και η αίσθηση ότι τα παπούτσια που φοράς μπορούν να αντέξουν σχεδόν τα πάντα.
Γιατί οι αρβύλες δεν ήταν ποτέ απλώς παπούτσια. Ήταν στάση. Και ίσως λίγο… πανοπλία.