Η εποχή των fanzines
Photo credits
Πριν υπάρξει το internet, υπήρχαν τα φωτοτυπημένα πάθη
Πριν υπάρξουν timelines, feeds, likes και αλγόριθμοι, υπήρχαν τα fanzines. Όχι ως «εναλλακτική μορφή media», όχι ως concept. Υπήρχαν από ανάγκη. Γιατί ήταν τόσοι άνθρωποι που ήθελαν να μιλήσουν για μουσική και -πολύ απλά- δεν υπήρχε άλλος τρόπος.
Τα fanzines ήταν φωτοτυπημένα περιοδικά φτιαγμένα από fans για fans. Με ψαλίδι, κόλλα, συρραπτικό, A4 και πολύ θυμό ή ενθουσιασμό -ή και τα δύο. Δεν υπήρχε design, υπήρχε ένστικτο. Δεν υπήρχε σωστή γραφή, υπήρχε άποψη. Δεν υπήρχε «αν θα αρέσει», υπήρχε μόνο το «έχω αυτό να πω».
Ήταν ακατέργαστα και για αυτό ήταν αληθινά.
Μέσα από τις σελίδες τους έβρισκες μπάντες που δεν έπαιζαν στο ραδιόφωνο, demos σε κασέτες που είχαν φτάσει με το ταχυδρομείο, συναυλίες που έμαθες από στόμα σε στόμα, απόψεις που δεν προσπαθούσαν να είναι αντικειμενικές. Κανείς δεν έγραφε για να ισορροπήσει μια κατάσταση. Έγραφε για να πάρει θέση.
Τα fanzines δεν είχαν κοινό. Είχαν αναγνώστες.
Και οι αναγνώστες αυτοί δεν έπεφταν πάνω τους τυχαία. Τα έβρισκες σε συναυλίες, δισκάδικα, από φίλο σε φίλο, μέσα σε φάκελο με γραμματόσημο. Έπρεπε να κάνεις κόπο. Κι όταν κάνεις κόπο, το αποτέλεσμα αξίζει.
Κάθε fanzine αποτελούσε έναν μικρό κόσμο. Άλλο πιο punk, άλλο πιο metal, άλλο πιο πολιτικό, άλλο καθαρά μουσικό. Κολλάζ, ζωγραφιές, στίχοι, ανορθογραφίες, κακές φωτοτυπίες. Χάος. Αλλά ζωντανό. Δεν υπήρχε «brand voice». Υπήρχε φωνή.
Και κυρίως, υπήρχε κοινότητα χωρίς αναστολές.
Δεν ήξερες πόσοι το διάβασαν. Δεν ήξερες αν «πήγε καλά». Ήξερες μόνο ότι κάποιος, κάπου, το κράτησε στα χέρια του και ένιωσε ότι δεν είναι μόνος. Αυτό έφτανε.
Σήμερα, ο καθένας μπορεί να δημιουργήσει περιεχόμενο. Και αυτό δεν είναι κακό. Έχουμε φωνή, έχουμε πρόσβαση, έχουν τρόπους. Αλλά, κάπου στη διαδρομή, χάθηκε κάτι βασικό: το γιατί γράφουμε. Τα fanzines δεν προσπαθούσαν να πιάσουν κοινό. Προσπαθούσαν, πολύ απλά, να βρουν τους δικούς τους. Δεν υπήρχε αλγόριθμος να σε σπρώξει. Υπήρχε πάθος να σε φτάσει.
Η συζήτηση σχετικά με την σύγκριση με τα social media δεν χρειάζεται γκρίνια. Τα πράγματα είναι απλά. Τότε, έγραφες γιατί το ένιωθες σαν επιτακτική ανάγκη, δεν μπορούσες να μην γράψεις. Σήμερα, πολλές φορές γράφουμε για να υπάρχουμε. Τότε, κανείς δεν σκεφτόταν αν αυτό που λέει τραβούσε το ενδιαφέρον του άλλου. Σκεφτόταν αν ήταν αληθινό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γυρίσουμε πίσω. Δεν μας λείπει το χαρτί, ούτε η φωτοτυπία. Μας λείπει να μην φοβόμαστε να εκφραστούμε ειλικρινά. Το να μπορείς να πεις κάτι χωρίς να σκέφτεσαι πως θα μετρηθεί. Το να γράψεις χωρίς να χωράς σε πλατφόρμα.
Με τα social media οι πληροφορίες είναι πλέον καταιγιστικές. Ο άλλος μπορεί να γράψει απλά μια μπούρδα, με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει και να λάβει αντιδράσεις. Το «bad publicity, is good publicity» έχει γίνει της μόδας στις μέρες μας.
Αλλά τα fanzines δεν ήταν έτσι. Ήταν αδέξια, θορυβώδη και συχνά υπερβολικά. Αλλά είχαν κάτι που σήμερα σπανίζει. Καθαρό λόγο χωρίς φίλτρο. Αγάπη για τη μουσική που δεν ζητούσε επιβεβαίωση. Ζητούσε πάθος.
Κι ίσως αυτός είναι και ο πραγματικός φόρος τιμής σε εκείνη την εποχή. Όχι να την εξιδανικεύσουμε, αλλά να θυμηθούμε ότι κάποτε γράφαμε επειδή καιγόμασταν, όχι επειδή έπρεπε να ανεβάσουμε κάτι.
Κι αυτό, όσο κι αλλάξουν τα μέσα, παραμένει ζητούμενο.