Μια μπύρα, μια παρέα

Μια μπύρα, μια παρέα Photo credits

Μνήμες, πλατείες, παμπ, συναυλίες και εκείνη η μία μπυρίτσα που σε μαθαίνει να μοιράζεσαι

Η πρώτη μπύρα που ήπια στην ζωή μου ήταν στην ντισκοτέκ στην Επίδαυρο, καλοκαίρι. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 16. Κατεβαίναμε από το χωριό στην παραλία με τα πόδια, καμιά δεκαριά άτομα, νύχτα, χωρίς φώτα στον δρόμο. Τριάντα χρόνια πριν, τότε που κάτι τέτοιο λεγόταν «έξοδος» και όχι «δεν ξέρω τι θα μου τύχει». Μπουλούκι όλοι περπατάγαμε, λέγαμε ιστορίες, κυρίως τρομακτικές τα αγόρια (νόμιζαν ότι θα μας φοβίσουν… γατάκια), γελάγαμε και περπατούσαμε.

Μέχρι τότε πίναμε Sprite με γρεναδίνη, που ήταν και της μοδός! Αλλά μια μέρα είπαμε -και οι δέκα- ότι θα μοιραστούμε μια μπύρα. Μία. Την παραγγείλαμε και γουλιά, γουλιά την ήπιαμε. Μετά, τι κάνεις τόσες ώρες στην ντίσκο και αφού πιτσιρικαρία έχετε ξεβιδωθεί στον χορό; Είπαμε να συνεχίσουμε ανά δύο. Εγώ την μοιράστηκα με την αδερφή μου. Εκτός από δυο γουλιές που ήπιε η Κατερίνα, την υπόλοιπη την ήπια εγώ. Ε! Ήταν και μικρό τότε, έπρεπε να είμαι η υπεύθυνη!

Μετά ήρθε η Αγγλία. Στα 20 μου στο Λούτον, για σπουδές. Εκεί κατάλαβα ότι οι Άγγλοι δεν πίνουν απλώς μπύρα. Ζουν μέσα της. Έπιναν από το μεσημέρι μέχρι το απόγευμα. Έφευγαν από τις δουλειές τους για lunch break, έπαιρναν ένα μπέργκερ στο χέρι να φάνε στα γρήγορα και ο υπόλοιπος χρόνος που τους έμενε στο διάλειμμα ήταν η κατανάλωση μπύρας.

Όταν, δε, έμπαινε καλοκαιράκι (από Ιούλιο και μετά τότε) και ο ήλιος μας έκανε τη χάρη να μας χαμογελάσει λιγάκι, γινόταν πανικός. Όλοι έξω. Άντρες γυμνόστηθοι, γυναίκες με ραντάκια (ενώ είχε 10 βαθμούς) και η ευθυμία του «και πίνω μπύρες, πίνω μπύρες, πίνω μπύρες». Ο κολλητός μου, τότε, δούλευε σε μια κεντρική παμπ. Παρήγγελνα τρεις μπύρες και οι δύο ήταν δώρο! Η απόλυτη συνθήκη.

Όταν γύρισα στην Ελλάδα υπήρχαν και άλλες μπύρες. Στους κινηματογράφους, με ποπ κορν, ενώ την είχες κρυμμένη σε μεταλλικό παγούρι. Στην πλατεία το καλοκαίρι, στο παγκάκι με την αδερφή μου να παίρνουμε από μία κρύα από το περίπτερο -με πατατάκια πάντα- και να καθόμαστε εκεί, να λιαζόμαστε και να μιλάμε. Σε συναυλίες. Πάντα τις παίρνω δύο δύο για να μην χρειαστεί να στηθώ πάλι στην ουρά - βέβαια μετά στήνομαι για τουαλέτα. Με τους ανθρώπους που αγαπάς και σε αγαπάνε. Κυριακή μεσημέρι, με λιακάδα, χωρίς βιασύνη και χωρίς πρόγραμμα. Μεζεδάκια, μπυρίτσα, γέλια και στοχασμοί.

Η αλήθεια είναι ότι την θες περισσότερο το καλοκαίρι. Ίσως γιατί τότε είναι όλα πιο ανοιχτά. Οι πόρτες, οι παρέες, η διάθεση, οι άνθρωποι.

Και κάπου εκεί το καταλαβαίνεις: η μπύρα δεν είναι το ποτό. Είναι οι άνθρωποι που τη συνοδεύουν. Είναι η παρέα.

Και όταν την μοιράζεσαι με τους ανθρώπους που αγαπάς… Ε! Αυτό είναι θησαυρός.

Πάντα, όμως, υπεύθυνα.